Η Λήμνος, το κρασί, η ιστορία!
Oι αρχαιότατες μαρτυρίες αμπελοκαλλιέργειας στο νησί, αποτελούν, εκτός των άλλων, και την πρώτη ρητή πληροφορία για τους διαθαλάσσιους δρόμους οινεμπορίου στο Αιγαίο.
Κρασί
Το στίγμα του αμπελιού και τη σημασία του στο νησί, τα δίνει η σύνδεση του Ηφαίστου με τον πρώτο βασιλιά της Λήμνου, το Θόαντα.
Η αμπελοοινική Λήμνος είναι γνωστή στον Όμηρο, ο οποίος αναφέρει στην Ιλιάδα ότι με λημνιό κρασί ευφραίνονταν οι Αχαιοί, όσο βαστούσε η πολιορκία της Τροίας.
Από τότε μέχρι και σήμερα, το κρασί, πλάι στα σιτηρά, δεν έπαψε να συγκαταλέγεται σταθερά στα κύρια προϊόντα του νησιού, με ικανό πλεόνασμα για εξαγωγές.
Τη σημασία, ακριβώς, της τοπικής οινοπαραγωγής, οι αρχαίοι κάτοικοι της Ηφαιστείας την έχουν απεικονίσει σε κάποιες νομισματικές κοπές, άλλοτε με την κεφαλή του Διόνυσου κι άλλοτε με ένα τσαμπί σταφύλι.

Λημνία άμπελος
Όπως οι περισσότεροι οίνοι πολυτελείας της ελληνικής αρχαιότητας ήταν
γνωστοί με το όνομα του τόπου παραγωγής τους, έτσι και το κρασί της Λήμνου: «Τας
λήμνιας αμπέλους» τραγούδησε ο χορός των γεωργών της Αττικής στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, και ο Πολυδεύκης, στον «Ονομαστικό», αναφέρεται ομοίως
στη «λημνίαν άμπελον».
Οι πρώτες αξιόπιστες όσο και εμπεριστατωμένες μαρτυρίες σχετικά με τους αμπελώνες και το ύψος παραγωγής του κρασιού στη Λήμνο, που ανάγονται στα υστεροβυζαντινά χρόνια (1261-1453 μ.Χ.), αφορούν στα
κτήματα, κυρίως τα μετόχια, των μονών του Αγίου Όρους.
Η πιο αρχαία ποικιλία του νησιού είναι το καλαμπάκι. Με ρώγα στο μέγεθος ενός νυχιού, έχει πολλά κουκούτσια και έντονη χρωστική. Αν και σχετικά νόστιμο, συνήθως δεν προορίζεται για βρώση, αλλά μόνο για παρασκευή κρασιού.
Η ποικιλία των μαύρων σταφυλιών καλαμπάκι διαδόθηκε σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, κυρίως στη Χαλκιδική, όπου εκεί -εκτός συνόρων του νησιού- απέκτησε την ονομασία προέλευσης: Λημνιό.
Μέχρι το 1910 περίπου, οπότε και εισήχθη στη Λήμνο η ποικιλία
μοσχάτο Αλεξανδρείας (οι ντόπιοι το ονομάζουν εγγλέζικο ή εγγλέζικα
κλήματα), καλλιεργούνταν μόνο μαύρα σταφύλια, δηλαδή οι ποικιλίες καλαμπάκι, γκντούρα και φωκιανά.
Σήμερα, το μοσχάτο Αλεξανδρείας, όντας περισσότερο προσοδοφόρο, έχει παραγκωνίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις υπόλοιπες ντόπιες ποικιλίες, αφού, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, το 1992 κάλυψε το 95% της συνολικής σταφυλοπαραγωγής.
Υψηλόβαθμα κρασιά
Το ηφαιστειογενές του εδάφους, που είναι φτωχό σε ασβέστιο, οι κλιματολογικές συνθήκες, τα θερμά και ξηρά καλοκαίρια και οι λίγες βροχοπτώσεις, βοηθούν στο να δώσουν τα σταφύλια της Λήμνου, τόσο το μοσχάτο Αλεξανδρείας όσο και το λημνιό, υψηλούς αλκοολικούς βαθμούς .
Οι γούβες-λαξευτά πιθάρια
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και παράλληλα με άλλες παραδοσιακές τεχνικές, σε τρία γειτονικά χωριά, στο μυχό του κόλπου του Μούδρου, για την παρασκευή κρασιού, ασκούσαν μια ιδιότυπη πρακτική.
Πρόκειται για υπόγειες, λαξευμένες στο μαλακό φυσικό βράχο, ευμεγέθεις πιθαρόσχημες κοιλότητες - μπορείς να τις δεις σε πυκνές συστάδες στα χωριά Ρεπανίδι και Ρωμανού. Στα δυο αυτά χωριά, οι εκτεταμένοι κοινοτικοί χώροι με τις πολυάριθμες κοιλότητες, είναι γνωστοί μέχρι σήμερα με την ονομασία Τσγούβες.
Στο χωριό Βάρος, το κάθε σπιτικό έχει συνήθως τη δική του εγκατάσταση, που οι ντόπιοι αποκαλούν γούβα. Αυτά τα λαξευτά στο βράχο πιθάρια, άλλοτε χρησίμευαν σαν πατητήρια κι άλλοτε για τη συγκέντρωση και φύλαξη του γλεύκους, όσο διαρκούσε η ζύμωση. Η σύνθλιψη της μεγάλης ποσότητας σταφυλιών, γινόταν δίπλα στις γούβες, είτε μέσα σε μεγάλους ξύλινους κάδους, που τους μετέφεραν εκεί την ημέρα του τρύγου, είτε σε ένα σχετικά αβαθές σκάμμα, το παραβούτο, που ήταν λαξευμένο στο πλάι της πιθαρόσχημης κοιλότητας, με την οποία συνδεόταν μέσω ενός στενού αυλακιού, για την απορροή του γλεύκους.

Ο τρύγος στη Λήμνο
Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, γύρω στις 15-20 Σεπτέμβρη, ο τρυγητός γινόταν κυρίως από γυναίκες, ενώ το ταυτόχρονο πάτημα των σταφυλιών το έκαναν, κατά κανόνα, άντρες.
Οι πυκνές συστάδες των πατητηριών στο Ρωμανού και το Ρεπανίδι, μετατρέπονταν τότε σε «πολύβουο μελίσσι». Με σύμπνοια και αμοιβαία προθυμία, η μία οικογένεια βοηθούσε εθελοντικά την άλλη, τόσο στον τρυγητό και στη μεταφορά των φορτωμάτων από τα αμπέλια, όσο και στο πάτημα των σταφυλιών. Τα πρώτα φορτώματα –ένα-δύο γομάρια– πατιούνταν κατά βούληση κατευθείαν μέσα στις ίδιες γούβες, ενώ την υπόλοιπη ποσότητα σταφυλιών την πατούσαν μέσα σε ξύλινα ή λαξευμένα παραβούτια. Στέμφυλα και γλεύκος διοχετεύονταν στη γούβα, για τη ζύμωση, και παρέμεναν εκεί μία εβδομάδα περίπου. Όσοι επιθυμούσαν μπρούσκο κρασί, τα άφηναν περισσότερο, μέχρι και 40 ημέρες, κλείνοντας το στόμιο με λίθινο πώμα.
Για την άντληση, βύθιζαν στη γούβα ένα καλάθι, σούρωναν μέσα του το κρασί και, απαλλαγμένο πλέον από τα στέμφυλα, το έβαζαν σε μικρά εύχρηστα δοχεία ή σε κρατούνες (νεροκολοκύθες).
Η μεταφορά του κρασιού
Για τη μεταφορά του στο σπίτι, όπου το μετάγγιζαν σε μικρά, συνήθως, βαρέλια, χρησιμοποιούσαν μεγάλα λαγήνια, τους σουρλάδες. Οι σουρλάδες εισάγονταν, αρχικά, στο νησί, αργότερα όμως άρχισαν να τους κατασκευάζουν στα τσουκαλαριά του γειτονικού Κότσινα. Για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο σπάσιμο των σουρλάδων, τοποθετούσαν μέσα στα κοφίνια άχυρα και χόρτα.

Τεχνικές οινοποίησης
Η προετοιμασία του βαρελιού, προκειμένου να δεχτεί το καινούργιο κρασί, ήταν σύνθετη: αφαιρούσαν την παλιά οινολάσπη ή ουλιά, πλένοντάς το καλά δύο-τρεις φορές με νερό, μέσα στο οποίο έριχναν μικρά χαλίκια, ενώ, στη συνέχεια, για την αποτελεσματικότερη απολύμανσή του, έκαιγαν στο εσωτερικό του θειαφοκέρια (χοντρές κλωστές διαποτισμένες με διάλυμα θειαφιού, που τις κρεμούσαν από την επάνω μεγάλη τρύπα του).
Η όλη προετοιμασία έκλεινε με το στυφάρισμα: έπλεναν το βαρέλι με ζεματιστό, αυτήν τη φορά, νερό, μέσα στο οποίο έριχναν δεντρολίβανο, φύλλα κυδωνιάς, φλισκούνι, θυμάρι και βασιλικό. Μ’ αυτό τον τρόπο, προσέδιδαν στα βαρέλια, αλλά και στο ίδιο το κρασί, όλες αυτές τις χαρακτηριστικές ευωδιές.
Λακαριά - ρακαριά: το λημνιό ρακί
Μετά την ολοκλήρωση της άντλησης από τις γούβες, κάλυπταν τα εναπομείναντα στέμφυλα με μια στρώση κουμδιών (ξερών φυκιών), ώστε να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη υγρασία, ξανασφράγιζαν το στόμιο με το λίθινο πώμα και αχυρολάσπη, και τα άφηναν έτσι για ενάμιση-δύο μήνες περίπου. Κατόπιν τα μετέφεραν στα λακαριά ή ρακαριά (από τη λέξη ρακί), όπου, μετά από βρασμό και διπλή απόσταξη, έβγαζαν το τσίπουρο/ρακί. Σύκα, σταφίδες, κριθάρι, κρεμμύδια, καλαμπόκι, μοσχοκάρυδο, μέλι, μαστίχα και κυρίως γλυκάνισο, ήταν τα συστατικά που προσέθεταν στο τσίπουρο, προκειμένου να αποκτήσει περισσότερη γλυκύτητα και ευωδιά, αλλά και το γαλακτερό χρώμα ύστερα από την πρόσμειξή του με το νερό.
Μετά το πέρας των οινοπαρασκευαστικών δραστηριοτήτων, οι γούβες καθαρίζονταν επιμελώς, αφήνονταν ανοιχτές, ώσπου να στεγνώσουν και, τέλος, σφραγίζονταν ερμητικά, για να διατηρηθούν καθαρές μέχρι τον επόμενο Σεπτέμβριο.
Στα υπόλοιπα χωριά της Λήμνου, αντί για λαξευτούς ληνούς (γούβες), είχαν μεγάλα πήλινα πιθάρια, που τα έχωναν στο έδαφος.

Οι ποικιλίες του νησιού είναι:
1. Το μοσχάτο Αλεξανδρείας, που έχει σχετικά αραιές και μεγάλες ρώγες και στην Ελλάδα καλλιεργείται σχεδόν αποκλειστικά στη Λήμνο. Τα σταφύλια αυτά έχουν κουκούτσια και είναι εξαιρετικά νόστιμα, ενώ, αν ξεραθούν στον ήλιο, δίνουν μια γευστική σταφίδα. Η ιδέα παραγωγής γλυκού κρασιού από τη συγκεκριμένη ποικιλία, οφείλεται στην ιδιότητά της να φτάνει σε μεγάλο βαθμό περιεκτικότητας σακχάρων.
2. Η ερυθρή αρχαία ελληνική ποικιλία λημνιό, που τοπικά την ονομάζουν καλαμπάκι.
Τα κρασιά της Λήμνου
Λευκός Ξηρός Οίνος, Ημίξηρος Λευκός και Ημίγλυκος, Μοσχάτος Λήμνου, Λευκός-Γλυκύς, Γλυκύς Φυσικός, από διαλεχτούς αμπελώνες, Αιγαιοπελαγίτικος Λευκός Ξηρός, Ερυθρός Ξηρός, Ροζέ Ξηρός, Ρετσίνα και οι πρώτης ποιότητας, βιολογικής καλλιέργειας, Άρωμα Λήμνου και Δρύινος Άρωμα Λήμνου.